• WordReference
  • Definition
  • English Collocations

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
cop nslang (police officer) (ανεπ, ενίοτε μειωτικό)μπάτσος, μπατσίνα ουσ αρσ, ουσ θηλ
  αστυνομικός, αστυνόμος ουσ αρσ/θηλ
 (ανεπίσημο)αστυνομικίνα ουσ θηλ
 The cop asked me to step out of my car.
 Ο μπάτσος μου ζήτησε να βγω από το αυτοκίνητό μου.
the cops nplslang (police force) (ανεπ, ενίοτε μειωτικό)οι μπάτσοι άρθ ορ + ουσ αρσ πλ
  η αστυνομία άρθ ορ + ουσ θηλ
 When the thief started to run, the shopkeeper yelled, "Call the cops!"
 Όταν ο κλέφτης άρχισε να τρέχει, ο μαγαζάτορας φώναξε, «Φωνάξτε την αστυνομία!»
cop [sth] vtrUS, slang (buy: drugs)παίρνω, αγοράζω ρ μ
Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία.
 Jack went into the alley to cop some cocaine.
 Ο Τζακ πήγε στο δρομάκι για να αγοράσει λίγη κοκαΐνη.
cop [sth] vtrUK, slang (receive) (ανεπίσημο, μεταφορικά)τρώω ρ μ
  παίρνω ρ μ
 John copped a warning from the referee for losing his temper during the match.
 Ο Τζιβ πήρε μια προειδοποίηση από τον διαιτητή επειδή έχασε την ψυχραιμία του κατά τη διάρκεια του αγώνα.
cop [sth] vtrUS, slang (steal) (καθομ, μεταφορικά)βουτάω, σουφρώνω ρ μ
 Brian copped a slice of pizza while no one was looking.
 Ο Μπράιαν βούτηξε ένα κομμάτι πίτσα όταν δεν έβλεπε κανείς.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Phrasal verbs
ΑγγλικάΕλληνικά
cop off with [sb] vi phrasal + prepUK, slang (have sex with) (καθομ, μτφ: με κάποιον)το κάνω έκφρ
 (αργκό)κάνω σεχ έκφρ
cop on vi phrasalUK, slang (realise) (καθομιλουμένη, μτφ)τα πιάνω, το πιάνω έκφρ
  παίρνω χαμπάρι έκφρ
  χαμπαριάζω ρ αμ
cop on to [sth],
cop onto [sth]
vi phrasal + prep
UK, slang (fact, idea: realise, grasp) (καθομιλουμένη, μτφ)πιάνω ρ μ
  παίρνω χαμπάρι έκφρ
  χαμπαριάζω ρ μ
 She didn't cop on to the fact that the girl he was describing was her sister.
cop out vi phrasalinformal (avoid responsibility) (μεταφορικά)κάνω πίσω ρ αμ + επίρ
 (καθομιλουμένη, μεταφορικά)την κάνω με ελαφρά έκφρ
 (αργκό)την κάνω λαμόγιο έκφρ
Σχόλιο: A hyphen is used when the term is a noun
 Jeff promised to help me pack for my house move, but he copped out, saying he was too tired.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
cop a feel v exprslang (touch [sb] sexually) (καθομιλουμένη)χουφτώνω ρ μ
  πασπατεύω ρ μ
  χαϊδολογάω ρ μ
cop-out nslang (excuse) (καθομιλουμένη)ψευτοδικαιολογία ουσ θηλ
  πρόφαση ουσ θηλ
  πρόσχημα ουσ ουδ
 (λαϊκό: λογοτεχνία, σπάνιο, υπεκφυγή)κατσαμάκι ουσ ουδ
 She isn't ill – that's just a cop-out so she doesn't have to go to school.
 Δεν είναι άρρωστη. Απλώς, χρησιμοποιεί μια ψευτοδικαιολογία, για να μην πάει στο σχολείο.
 Δεν είναι άρρωστη. Είναι απλώς πρόφαση (or: πρόσχημα), για να μην πάει στο σχολείο.
 Αυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Με διάφορα κατσαμάκια, απέφευγε να δεσμευτεί για την ημερομηνία του γάμου.
good cop/bad cop ninformal (police questioning technique)τεχνική του καλού και του κακού μπάτσου φρ ως ουσ θηλ
have no cop on v exprIrish, informal (lack common sense) (καθομιλουμένη, μτφ)δεν μου κόβει έκφρ
traffic cop nslang (police officer in charge of roads)τροχονόμος ουσ αρσ
 She was going too fast so the traffic cop pulled her over.
 Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση the cops στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «the cops».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!